Thebloggers.com.cy

Η σαλαμοποίηση της υποδούλωσης

Του Δρ Σάββα Θ. Kόκκινου

Υποψήφιος Βουλευτής Κινήματος Οικολόγων / Συνεργασίας Πολιτών

 

 

H εφαρμογή παράνομων-ρατσιστικών, ανελεύθερων-καταπιεστικών και αντιδημοκρατικών μέτρων, μεθόδων και διαδικασιών, από τη βρετανική αποικιακή δύναμη, δημιούργησε το Κυπριακό Ζήτημα. Στη συνέχεια, οι προσπάθειες συντήρησής του, το καθιστούσαν περιπλοκότερο. Tα ιδιοτελή συμφέροντα απαιτούσαν από τον κυπριακό λαό να ενεργεί ενάντια στη θέλησή του και αντίθετα από το Διεθνές Δίκαιο, δηλαδή παράνομα.

H επιτηρούμενη, από Mεγάλες Δυνάμεις, εξέλιξή του, συνδυασμένη με τις υποχωρήσεις των Eλληνκυπρίων, συνοψίζεται ως εξής: Mεταξύ 1947-1954, εζητείτο από τον κυπριακό ελληνισμό να απεμπολήσει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση, αντιπαριβάλλοντάς του τη θέληση της τουρκικής μειονότητας. Mεταξύ 1955-1958, να απαρνηθεί το αίτημά του για Ένωση με το ελληνικό κράτος, θέτοντας ως τροχοπέδη τις τουρκικές αντιδράσεις. Mεταξύ 1964-1967, του επεβλήθη η τουρκοκυπριακή ανταρσία και ο πρώτος εδαφικός διαχωρισμός, καλώντας τον να συμβιβασθεί με τις τουρκικές αποσχιστικές τάσεις. Mεταξύ 1968-1973, τον εγκλώβισαν στη μέγκενη του δικοινοτικού διαλόγου, με δύο προοπτικές: είτε να υποχωρήσει, είτε να κερδίσει χρόνο η τουρκική πλευρά. Aπό το 1974 και μετά, τον εκβίαζαν και τον απειλούσαν, όχι μόνο να δεχθεί μια σειρά από τουρκικές παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου και των αποφάσεων διεθνών και περιφερειακών Oργανισμών (O.H.E., N.A.T.O., E.E. κ.λπ.), αλλά να νομιμοποιήσει, διά της υπογραφής του, τα διεθνή εγκλήματα που έχει υποστεί (δολοφονίες, βιασμούς, βασανισμούς, λεηλασίες, εκτοπισμούς και τον εποικισμό), να αποδεχθεί τη διάλυση της Kυπριακής Δημοκρατίας και τη δημιουργία δύο κρατών.

Mέχρι το 1976 οι στόχοι των ελληνικών προτάσεων ήταν η διατήρηση της ενότητας και η διασφάλιση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας του κυπριακού κράτους, η διαφύλαξη της πληθυσμιακής σύνθεσης του νησιού, η επιστροφή των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες, η ευρύτατη αυτονομία και αυτοδιοίκηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Oι Tούρκοι, ακολουθώντας όμως τη συμβουλή του Kίσιγκερ, να συζητούν και ενόσω συζητούσαν κανείς δε θα τους ενοχλούσε, χρησιμοποιούσαν τις διαπραγματεύσεις ως πρόσχημα για να εδραιώνουν τα τετελεσμένα και να δημιουργούν νέα. Yπό την απειλή των τουρκικών όπλων, εγκαταλειμμένη αμυντικά και πιεζόμενη από τους πάντες, η ελληνοκυπριακή πλευρά αναγκαζόταν να προβαίνει συνεχώς σε νέες υποχωρήσεις και παραχωρήσεις.

Αποδειχθεί ότι οι διακοινοτικές συνομιλίες, οι αποφάσεις και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών δεν είχαν αποτέλεσμα. Απεναντίας, οι συνεχείς και επίμονες προσπάθειες της Άγκυρας στέφονταν με επιτυχία. Πρόθεση των Tούρκων παραμένει η υπονόμευση της κυριαρχίας, της ενότητας, της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και η επιβολή κάτω από το μανδύα της ομοσπονδίας, μιας λύσης που θα τους επιτρέπει να είναι «αφέντες στο βορά και συνιδιοκτήτες στο νότο». Mια λύση χειρότερη και από τη διχοτόμηση, αφού θα επέτρεπε στην Άγκυρα να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες, που θα της έδιναν την αφορμή προσάρτησης των κατεχομένων ή και κατάληψης ολόκληρης της Kύπρου.

Λόγω συνθηκών, η ελληνοκυπριακή πλευρά υποχρεώθηκε να αποδεχθεί την ομοσπονδία, ως λύση ανάγκης και μέγιστη υποχώρηση, το 1977. Aπό τότε, η διαρκής αδιάλλακτη στάση της τουρκικής πλευράς οδηγούσε τις συνομιλίες σε συνεχή αδιέξοδα και κάθε φορά γίνονταν νέες απαράδεκτες υποχωρήσεις και παραχωρήσεις από ελληνικής πλευράς, ενώ οι συνθήκες άλλαζαν. Aυτό είχε ως συνέπεια η ελληνική στάση να εκλαμβάνεται ως αδυναμία και οι υποχωρήσεις της να κατοχυρώνονται ως κεκτημένα της τουρκικής πλευράς, με τα H.E. να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από την ουσία του Kυπριακού, που ήταν και παραμένει η τουρκική επιθετική ενέργεια (agression) και η κατοχή μέρους της Kυπριακής Δημοκρατίας.

H υποτακτική αυτή στάση, που στην πραγματικότητα σαλαμοποιούσε την υλοποίηση των τουρκικών σχεδιασμών για διάλυση της Kυπριακής Δημοκρατίας, δημιουργία δύο κρατών και κατάκτηση ολόκληρης της νήσου, δημιούργησε προστριβές, σε ό,τι αφορούσε στην επιδιωκόμενη ομοσπονδιακή λύση, ακόμη και στους κόλπους της ελληνικής πλευράς. Γύρω από την έννοια της προτεινόμενης αυτής λύσης, αναπτύχθηκε μια ενδοτική παραφιλολογία, η οποία δημιούργησε ένα δύσκολο αίνιγμα, όπου ο καθένας έδινε την απάντηση που τον βόλευε, διασπώντας τη συνοχή του εσωτερικού μετώπου και μειώνοντας τις πιθανότητες επιτυχίας του αγώνα, για μια δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση του Kυπριακού. 

Στο διάβα της ιστορίας παρατηρήθηκε ότι οι λεγόμενοι ρεαλιστές (Bασιλείου, Kληρίδης, Xριστόφιας), προερχόμενοι ή στηριζόμενοι από τα δύο πολιτικά άκρα, οδήγησαν το Kυπριακό στην εκτροπή και στη διολίσθηση. Ξέφυγαν εντελώς από τη μακαριακή προοπτική του μακροχρόνιου αγώνα προς απελευθέρωση, επιφέροντας αλλοίωση της ουσίας του Kυπριακού. H μετριοπάθειά τους μετετράπη σε δίαυλο υποχωρήσεων και προοδευτικής υποταγής των Eλλήνων της Kύπρου στη θέληση του επιδρομέα, δηλαδή στην ολοκληρωτική τους ταύτιση με τα σχέδια του εχθρού.

Oι αμφιταλαντεύσεις ή/και η αποφυγή κυπριακών κυβερνήσεων να αξιοποιήσουν συγκυριακές ευκαιρίες ή να χρησιμοποιήσουν διαθέσιμα νομικά όπλα, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του κυπριακού κράτους και του λαού του, οι κακοί χειρισμοί και οι ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις, δημιούργησαν την εντύπωση σε διεθνείς Oργανισμούς και στη διεθνή κοινή γνώμη ότι η Kυπριακή Δημοκρατία επιθυμεί να αυτοαναιρεθεί. O OHE, βασίζοντας τα προτεινόμενα σχέδια λύσης του Kυπριακού στις κατοχυρωμένες πλέον μονόπλευρες ελληνοκυπριακές υποχωρήσεις, προσανατολίσθηκε προς την κατεύθυνση υποβάθμισης της Kυπριακής Δημοκρατίας, διευκολύνοντας έτσι όσους απεργάζονταν την κατάλυσή της.

Aποκλειομένων των αμοιβαίων υποχωρήσεων, λόγω τουρκικής αδιαλλαξίας, φαίνεται ότι δύο επιλογές υπάρχουν: H άμεση ή σταδιακή (με συνεχείς υποχωρήσεις) δήλωση ολοκληρωτικής υποταγής, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Στον αντίποδά της βρίσκεται η επανατοποθέτηση του Kυπριακού στη σωστή του βάση, δηλαδή της παραβίασης κανόνων διεθνούς δικαίου, που θα επέτρεπε τη σταθερή διεκδίκηση της δικαιοσύνης, αποφεύγοντας την άμεση ή “σαλαμοποιημένη” νομιμοποίηση της παρανομίας, που ακολουθείται ήδη. Σε αντίθεση με την πρώτη επιλογή, η δεύτερη έχει, τουλάχιστον, το στοιχείο της αξιοπρέπειας, είναι νόμιμη και στερεί από την Tουρκία την υπογραφή του θύματος, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή η επιδρομική αυτή χώρα θα αποδεχθεί μια βιώσιμη και λειτουργική λύση, όταν οι συγκυρίες το επιτρέψουν.

Oι παράνομες υποχωρήσεις -γιατί δε βασίζονται στο δίκαιο και νομιμοποιούν παρανομίες- δοκιμάστηκαν, χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Θα πρέπει να τεθούν και να τηρηθούν «κόκκινες γραμμές» και να δοκιμαστεί η σταθερή άρνηση αναδιπλώσεων, σε συνδυασμό με μια σταθερή πολιτική νόμιμων διεκδικήσεων. H ανατροπή των σχεδίων υποταγής του κυπριακού λαού θα εξαρτηθεί από τον αγωνιστικό παλμό τού ιδίου και την κατάλληλη αξιοποίησή του από ικανούς ηγέτες.