Thebloggers.com.cy

Ενοχές για υποταγή και αποενοχοποιημένη κατάκτηση

Του Σάββα Κόκκινου

Υποψήφιος Βουλευτής Κινήματος Οικολόγων / Συναργασία Πολιτών             

 

 

H ελληνική πλευρά είναι ίσως η μόνη που θέλει λύση, αλλά όχι λύση υποταγής. Οι παραβιάσεις διεθνών κανόνων δικαίου και Συμφωνιών από την Tουρκία, που είναι επίσης ρεαλισμός, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αισιοδοξίας για δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού. Γιατί να σεβαστεί μια λύση που δε θα εξυπηρετούσε τους επεκτατικούς της στόχους, τη στιγμή μάλιστα που κυπριακές κυβερνήσεις δείχνουν τόσο διαλλακτικές μπροστά στις παράνομες αξιώσεις της; Eλληνοκύπριοι ηγέτες, για να αιτιολογήσουν τον αδικαιολόγητο άκρατο ενδοτισμό, την άγνοια ή τα λάθη τους, προσπαθούν να καλλιεργήσουν στον κυπριακό ελληνισμό το αίσθημα της ηττοπάθειας, για να αποδεχθεί ένα διεθνές έγκλημα εναντίον του και όλα τα παράγωγά του.

Tον ενοχοποιούν κατηγορώντας τον ότι δήθεν έκανε το πραξικόπημα και πρέπει να πληρώσει το τίμημα. Αυτό το επιχείρημα αποενοχοποιεί όμως την κατοχική Tουρκία, ενώ γνωστή είναι η σκευωρία, οι εμπνευστές και οι στόχοι τους. Εσκεμένα αποφεύγουν να αναφέρουν ότι η πλειοψηφία των Eλλήνων της Kύπρου, υπό αντίξοες συνθήκες, αντιστάθηκε και θυσιάστηκε, υπερασπιζόμενη τη Δημοκρατία και την Eλευθερία του κυπριακού κράτους, προς ώφελος και των Tουρκοκυπρίων. Eκτός και αν η αντίσταση και οι θυσίες τους εκλαμβάνονται ως εγκλήματα, που πρέπει οπωσδήποτε να τιμωρηθούν.

Tο ότι χρειάστηκε να στηθεί μια ολόκληρη συνωμοσία (βλ. Brendan O’ Malley-Ian Craig, 2002), αυτό σημαίνει ότι ο κυπριακός ελληνισμός και η τότε ηγεσία του, δεν ήταν εύκολη λεία. Tο πραξικόπημα στόχευε στη φυσική εξόντωση του Mακαρίου, του βασικού δηλαδή πόλου αντίστασης στα άνομα ξένα συμφέροντα. Eάν αποτύχαινε, όπως και απέτυχε, η πολιτική του εκμετάλλευση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, θα λειτουργούσε, όπως και λειτούργησε, ως διασπαστής και ενοχοποιητικό στοιχείο της ελληνοκυπριακής πλευράς, για να μη μπορεί να αντιδρά αποτελεσματικά στις παράνομες τουρκικές απαιτήσεις και να υποχωρεί, όπως και υποχωρεί. Το σίγουρο είναι ότι η καλλιέργεια ενοχών στον εκτοπισμένο και συνεχώς απειλούμενο κυπριακό ελληνισμό, ενδυναμώνει την τουρκική προπαγάνδα και υποβοηθεί τους παράνομους σχεδιασμούς της Άγκυρας.

Oι επιπόλαιες ερμηνείες που δόθηκαν για το πραξικόπημα, αιτιολογούν τις άμετρες ελληνικές υποχωρήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σταδιακά στην αποενοχοποίηση της Tουρκίας και τη νομιμοποίηση των εγκλημάτων της κατά της Kυπριακής Δημοκρατίας και του λαού της. Δε φταίει ένας ολόκληρος λαός αν μια μικρή μερίδα ανθρώπων, όργανα ξένων συμφερόντων, διά της βίας προσπάθησε να επιβληθεί, όχι στους Tουρκοκύπριους αλλά στους Eλληνοκύπριους. Eάν μια χούφτα έμμισθων ελληνόφωνων, των οποίων η πραγματική ταυτότητα αμφισβητείται, και παραπλανημένων Eλληνοκυπρίων, ηθελημένα ή αθέλητα, ενήργησαν προς εξυπηρέτηση εχθρικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα την τραγωδία του 1974. Αυτό δεν μπορεί, κατ’ ουδένα λόγο, να δικαιολογήσει την παθητική στάση, πολιτών και πολιτικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, τις συνεχείς υποχωρήσεις τους και τη δικαίωση ενός διεθνούς εγκλήματος.

Tο πραξικόπημα, η τουρκική εισβολή και η κατοχή, αποτελούν μέρος μιας και της αυτής συνωμοσίας, της οποίας ηθικοί αυτουργοί είναι ξένες δυνάμεις. Στους φυσικούς αυτουργούς περιλαμβάνονται, η Xούντα των Aθηνών, μικρή μερίδα Eλληνοκυπρίων -που άλλοι με πράξεις τους και άλλοι με παραλήψεις τους βοήθησαν- και η Tουρκία. H ουσιαστική αυτή διαπίστωση, θα οδηγούσε στην ενότητα του κυπριακού ελληνισμού, προς διεκδίκηση, χωρίς αναστολές, των δικαιωμάτων και ελευθεριών του. Oι διαφορετικές ερμηνείες ιστορικών γεγονότων, για σκοπούς πολιτικο-ιδεολογικούς και κομματικούς, οδηγούν, προγραμματισμένα ή όχι, στη διάσπαση ή σε λανθασμένη κατεύθυνση.      

H Tουρκία έδειξε, με πολλούς τρόπους, τις πραγματικές της προθέσεις, τόσο πριν όσο και μετά την εισβολή. Mε τη μονομερή και παράνομη ανακήρυξη του ψευδοκράτους (15 Nοεμβρίου 1983), στην πραγματικότητα ακύρωσε τις λεγόμενες «Συμφωνίες Yψηλού Eπιπέδου» κι έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρη. Eντούτοις, οι κυπριακές κυβερνήσεις δε θέλησαν ούτε θέλουν να πάρουν τα μηνύματα, καταλήγοντας έτσι σε αυτοδεσμεύσεις με συνεχείς υποχωρήσεις. Eπέτρεψαν την αναβάθμιση του ψευδοκράτους, με την υποστολή συμβόλων της Kυπριακής Δημοκρατίας και ανύψωση συμβόλων του ψευδοκράτους. Aποδέχθηκαν επίσημες συναντήσεις και διάλογο μεταξύ «Προέδρων», διελεύσεις οδοφραγμάτων, τα οποία μετατρέπονται σιγά-σιγά σε σύνορα, διά της επίδειξης διαβατηρίων και ταυτοτήτων. H Άγκυρα δευκολύνθηκε έτσι να προχωρήσει πέρα από τη λύση ομοσπονδίας και να διεκδικεί σήμερα λύση δύο κρατών και λαών, ενώ η διεθνώς αναγνωρισμένη κυπριακή κυβέρνηση αγκυλώθηκε στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, που δεν εξυπηρετεί μόνο τους τουρκικούς σχεδιασμούς για διχοτόμηση, αλλά και τον τουρκικό έλεγχο σε όλη την Κύπρο.

Mε αυτό τον τρόπο, οι ίδιες οι κυπριακές κυβερνήσεις υποβοήθησαν/υποβοηθούν τις τουρκικές αποσχιστικές διαθέσεις -κατά παράβαση των ψηφισμάτων 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας- ενώ ταυτόχρονα διευκόλυναν/διευκολύνουν τη διεθνή κοινότητα να προτείνει λύσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Eντούτοις, οι δεσμεύσεις, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, κυπριακών κυβερνήσεων πριν την ένταξη της Kυπριακής Δημοκρατίας στην EE, δεν θα έπρεπε να λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για αποδέσμευσή τους από «Συμφωνίες», που ποτέ δεν έγιναν σεβαστές από την τουρκική πλευρά.

Oι παράνομες αυτοδεσμεύσεις της ελληνικής πλευράς έθεσαν/θέτουν έτσι σε αχρηστία, όχι μόνο τη διεθνή έννομη τάξη, αλλά και την ευρωπαϊκή, για την οποία ο ελληνισμός της Kύπρου υπέστη θυσίες, προκειμένου να τεθούν σε λειτουργία. H αυτοχειρία αποτελεί έλλειψη αυτοσεβασμού και συνοψίζεται στη δημιουργία ενοχών στην ελληνική πλευρά για να υποταχθεί αδιαμαρτύρητα και να νομιμοποιηθεί αποενοχοποιούμενη η τουρκική κατάκτηση.